gweli

gweli
see
present 2 singular

Welsh-English dictionary. 2013.

Игры ⚽ Поможем сделать НИР

Look at other dictionaries:

  • ουλή — η (ΑΜ οὐλή) ίχνος που μένει επάνω στο δέρμα ύστερα από την ίαση ενός έλκους ή τραύματος μσν. αρχ. μτφ. ίχνος, σημάδι («ἡ οὐλή τῆς διαβολῆς», Πλούτ.). [ΕΤΥΜΟΛ. Αβέβαιης ετυμολ. Ο τ. οὐλή πρέπει να έχει προέλθει από θ. *Fολ με κατάλ. σᾱ ή νᾱ. Η… …   Dictionary of Greek

  • u̯el-8 —     u̯el 8     English meaning: to tear, wound; to steal     Deutsche Übersetzung: “reißen, an sich reißen, rauben; reißen = ritzen, verwunden, Wunde”; besides words for “töten, Blutbad, Schlachtfeld and die Leichen darauf; Blut”     Note: with… …   Proto-Indo-European etymological dictionary

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”